γράπις

γράπις, ιδος, ,
A cast slough of serpents, etc., Hsch.
2 wrinkled, S.Ichn.177, EM239.31.
3 kind of bird, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γράπις — ( ιδος), η (Α) 1. το δέρμα φιδιών και εντόμων που έχει απορριφθεί 2. (για πρόσωπο) γεμάτος ρυτίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Δημώδης τύπος, αβέβαιης ετυμολ. Υποστηρίχτηκε ότι, αν ληφθεί ως αφετηρία η έννοια τής ρυτίδας, πρόκειται για υποκοριστικό τ. τού γράπτης* …   Dictionary of Greek

  • γράπις — cast slough fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράπιν — γράπις cast slough fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράπτης — ο (Μ) αυτός που έχει ρυτίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος σημασιολογικά τ. τού γράπις*, που μαρτυρείται στον Ευστάθιο. Το γράπτης θεωρήθηκε παράγωγο τού γράφω «χαράζω (γραμμή)»] …   Dictionary of Greek

  • γράφ' — γράφε , γράφω scratch pres imperat act 2nd sg γράφε , γράφω scratch imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) γράπι , γράπις cast slough fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.